ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ Δ.Σ.Α ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΟΚΤΩ ΕΡΓΩΝ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ

AddThis Social Bookmark Button

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ Δ.Σ.Α ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΟΚΤΩ ΕΡΓΩΝ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ (19/4/07)

Η εγκληματικότητα, αυξανόμενη ραγδαία και διευρυνόμενη συνεχώς με νέες μορφές και μέσα οργάνωσης και δράσης άγνωστα, σχεδόν, πριν από λίγα χρόνια στην Ελλάδα, έχει καταστεί τόσο πολύ επικίνδυνη, ώστε ν' αποτελεί σήμερα, ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που επείγει η αντιμετώπισή τους.

Το έργο του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο οποίο είναι αφιερωμένη η σημερινή εκδήλωση μαρτυρεί ότι ο επιστημονικός κόσμος, οι ειδικοί εγκληματολόγοι μας και οι επιστημονικοί και ακαδημαϊκοί φορείς τους, δεν έχουν αυτοί τουλάχιστον αιφνιδιαστεί από την επιταχυνόμενη αύξηση και επικινδυνότητα του φαινομένου.

Δεν μπορώ να ισχυριστώ το ίδιο για τις διωκτικές, τις δικαστικές και σωφρονιστικές μας αρχές και μηχανισμούς, αλλά και τον πολιτικό μας κόσμο.

Οι εκδόσεις του Εργαστηρίου που έχουμε την τιμή και τη χαρά να παρουσιάζουμε σε ένα τόσο εκλεκτό ακροατήριο αποτελούν τα πειστήρια μιας πολύ σημαντικής προσπάθειας και του προβληματισμού που αναπτύσσεται σε καθαρά επιστημονική βάση για τη μελέτη, ανάλυση και αντιμετώπιση του εγκληματικού φαινομένου. Και μάλιστα στην αφετηρία του, εκεί που κυοφορείται, θα έλεγα, και που είναι η παραβατικότητα των ανηλίκων. Η σε ένα τομέα όπως αυτός των ναρκωτικών, που αποτελεί βασικό παράγοντα πλήθους εγκλημάτων.

Θα 'θελα να αναφερθώ με σεβασμό στη μνήμη και το έργο του δασκάλου μας και θεμελιωτή της εγκληματολογίας στην Ελλάδα Κωνσταντίνου Γαρδίκα, στον οποίο αφιερώθηκε και η πρώτη έκδοση του Εργαστηρίου με την επιμέλεια της καθ. Κ. Σπινέλλη. Στη συνέχεια παρακαλώ να έχω την ανοχή σας για να καταθέσω ορισμένες σκέψεις μου.

Σκέψεις που δε διεκδικούν επιστημονική πληρότητα, αφού δεν αποτελούν παρά εμπειρικά κατασταλάγματα της επαγγελματικής μου πείρας ως δικηγόρου, και του πολιτικού προβληματισμού μου ως υπουργού Δικαιοσύνης στο παρελθόν και ως μέλους του νομοθετικού σώματος επί τρεισήμισι σχεδόν δεκαετίες, μέχρι σήμερα.

1. Tο πώς αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της εγκληματικότητας αυτής καθαυτής, αλλά και το πως αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που δημιουργεί περαιτέρω η εγκληματικότητα αποτελούν σημαντικά πολιτικά ερωτήματα.

Συχνά γινόμαστε μάρτυρες ανεπαρκειών και αποτυχιών στη λειτουργία της αστυνομίας, της δικαιοσύνης, του σωφρονιστικού συστήματος. Αυτά τα φαινόμενα κάποιες φορές είναι αναμενόμενα ή αναπόφευκτα, αλλά πολύ συχνότερα δίνουν τροφή για ευκαιριακή και υπέρμετρη κριτική, και δυστυχώς, λαβή για προσωρινές και βεβιασμένες λύσεις και για κυνήγι μαγισσών. Εδώ ο ρόλος των ΜΜΕ και δη της τηλεόρασης μπορεί να χαρακτηριστεί αρνητικός μέχρις επικινδυνότητας. Ο φαύλος κύκλος που δημιουργείται αποτελεί ένδειξη ότι τα προβλήματα στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας δεν είναι απλά προβλήματα εφαρμογής μιας πολιτικής. Είναι μάλλον προβλήματα προσανατολισμού και σχεδιασμού της αντεγκληματικής πολιτικής.

Συνεπώς για να μιλήσουμε για το μέλλον, το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα της αντεγκληματικής πολιτικής, πρέπει να συζητήσουμε για τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία αυτή σχεδιάζεται.

- Η εγκληματικότητα είναι ένα εγγενές κοινωνικό πρόβλημα, γι’ αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και ένα μεγάλο πολιτικό πρόβλημα.

- Το έγκλημα δεν είναι μια προσωπική παθολογία του δράστη, ούτε μια ατυχία του θύματος, αλλά έχει σχέση με το σύνολο των παραγόντων που καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες είναι δυνατόν να διαπραχθεί και διαπράττεται μια εγκληματική πράξη ή αναπτύσσεται ευρύτερη εγκληματική δραστηριότητα.

Ορισμένα σύγχρονα επί μέρους προβλήματα επιβεβαιώνουν αυτή τη θέση. Θέλετε παραδείγματα;

α) Η ολοένα αυξανόμενη παραβατικότητα των ανηλίκων δεν δηλώνει άραγε, πρωτίστως τις δυσλειτουργίες των θεσμών που έχουν σχέση με την ένταξη των ανηλίκων στην κοινωνική ζωή, την οικογένεια, το σχολείο; Αλλά αν αυτή η παραβατικότητα έχει να κάνει με μια τάση για απόσυρση, ή για εύκολη ικανοποίηση μιας επιθυμίας ή απλά για να «κάνουμε πλάκα», δεν είναι κιόλας ένα σημάδι ότι το σύστημα των αξιών στην κοινωνία μας, αυτό που στην ουσία ερμηνεύουν από τη δική τους σκοπιά οι νέοι, πάσχει;

β) Αυτά που ονομάζουμε σήμερα οργανωμένο και οικονομικό έγκλημα δεν είναι άραγε οι αγριότερες μορφές της επιδίωξης παράνομου, ανήθικου και εύκολου πλουτισμού, ή της επιδίωξης κοινωνικής αναγνώρισης ή και πολιτικής ισχύος που εξασφαλίζει στις σημερινές κοινωνίες και τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα, το πολύ χρήμα; Ποιος θα υποδειχτεί ως υποψήφιος των δύο μεγάλων κομμάτων για την προεδρία στις ΗΠΑ; Είναι συνάρτηση του ύψους των οικονομικών εισφορών που θα συγκεντρώσει στο προκριματικό στάδιο. Ποιος ελέγχει πραγματικά τα μέσα και τη νομιμότητα της προέλευσης στο δικό μας πολιτικό σύστημα του πολιτικού χρήματος που δαπανούν ή μάλλον σπαταλούν στις εκλογές τα κόμματα και οι υποψήφιοι βουλευτές, νομάρχες, δήμαρχοι, κ.ο.κ.;

Η εγκληματικότητα έχει ευρύτερες συνέπειες για τις γεωγραφικές περιοχές, στις οποίες εντοπίζεται ή τους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας επί των οποίων παρασιτεί και τους οποίους διαστρέφει και διαφθείρει. Παράδειγμα αυτών των ημερών, το ασφαλιστικό σύστημα ή τη χρηματαγορά μας χθες ή οι νησιωτικές περιοχές και η ακτοπλοΐα μας σταθερά τα τελευταία χρόνια.

Εάν τα παραπάνω ισχύουν, τότε είναι σωστό να μιλάμε για το κοινωνικό και συνάμα πολιτικό πρόβλημα της εγκληματικότητας, ως την πραγματική βάση της αντεγκληματικής πολιτικής.

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ο σχεδιασμός της αντεγκληματικής πολιτικής προϋποθέτει τον εντοπισμό, τη διαρκή καταγραφή, και την έρευνα των μεγεθών και των χαρακτηριστικών της εγκληματικότητας.

Το βασικό ερώτημα εδώ είναι εάν πράγματι σήμερα στη χώρα μας διαθέτουμε την κατάλληλη υποδομή και τα κατάλληλα εργαλεία για το σκοπό αυτό. Οι συζητήσεις στη Βουλή δείχνουν πολλές φορές ότι υπάρχουν ελλείψεις και προβλήματα στην ίδια την αξιόπιστη καταγραφή της εγκληματικότητας, αλλά και γενικά της δραστηριότητας της αστυνομίας, των ποινικών δικαστηρίων, του σωφρονιστικού συστήματος. Οι ελλείψεις αυτές μερικές φορές γίνονται αισθητές και διεθνώς. Αλλά δεν είναι απλά ελλείψεις αριθμών και στατιστικών.

Προδίδουν μια γενικότερη έλλειψη αυτογνωσίας, η οποία δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την προσωπική γνώση και εμπειρία των επιμέρους θεσμικών παραγόντων. Ίσα-ίσα αυτή η πολύτιμη γνώση και εμπειρία θα έπρεπε να αξιοποιηθεί προς την κατεύθυνση της δημιουργίας αντικειμενικών και χρήσιμων δεικτών για τη λειτουργία του συστήματος.

Η δημιουργία αυτής της υποδομής είναι απολύτως κρίσιμη, διότι τίθεται και ένα πρόσθετο ερώτημα. Σήμερα στη χώρα μας διεξάγεται στρατηγική έρευνα σε σχέση με την εξέλιξη της εγκληματικότητας, τα αίτια και τις τάσεις της;

Διαθέτουμε στην Ελλάδα εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό, νομικούς, εγκληματολόγους και άλλους κοινωνικούς ειδικούς επιστήμονες, - αυτό επιβεβαιώνεται και σήμερα - σ' αυτή την εκδήλωση. Αξιοποιείται όμως στο βαθμό και στην έκταση που απαιτείται αυτό το δυναμικό στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας συστηματικής αντεγκληματικής πολιτικής; Δίνονται τα αναγκαία κίνητρα για έρευνα;

Αξιοποιείται στη συνέχεια και στο βαθμό που πρέπει η υπάρχουσα έρευνα; Αναφέρομαι στην αναγκαία οργανική σχέση μεταξύ πράξης και έρευνας. Οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι αστυνομικοί και υπόλοιποι θεσμικοί παράγοντες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ειδική γνώση του κοινωνικού επιστήμονα. Αλλά ούτε και οι ειδικοί επιστήμονες μπορούν να καθορίσουν αφηρημένα τους κανόνες και το περιεχόμενο της πράξης. Οι διακριτοί ρόλοι είναι τόσο αναγκαίοι όσο και η απρόσκοπτη συνεργασία.

Εάν συμφωνούμε στα παραπάνω, τότε έπεται ότι η αντεγκληματική πολιτική πρέπει να έχει διάρκεια. Η μονάδα μέτρησης στο σχεδιασμό της πρέπει να είναι η δεκαετία και η εικοσαετία και όχι η κυβερνητική ή υπουργική θητεία. Γιατί μόνο σε τέτοιου είδους κλίμακα θα μπορούμε να προσδοκούμε σε ουσιαστικά αποτελέσματα.

Το έργο του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματικών Ερευνών, και όλων όσοι μέσα από τις οκτώ εκδόσεις του ως τώρα για μελέτες και έρευνες, συνέδρια και ανακοινώσεις έχουν συμβάλλει σ' αυτό, πιστεύω ότι σηματοδοτεί μια θετική προοπτική για τη χάραξη, το σχεδιασμό και την εφαρμογή, από την υπεύθυνη πολιτική ηγεσία του τόπου και τις δικαστικές, αστυνομικές, σωφρονιστικές αρχές, αλλά και τις κοινωνικές υπηρεσίες και φορείς, μιας σύγχρονης και οραματικής πολιτικής, που θα έχει διάρκεια, συνέπεια και αποτελεσματικότητα.

Γι' αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να συγχαρώ τον καθ. κ. Κουράκη, την καθ. κ. Σπινέλλη και ένα προς ένα όλους τους συνεργάτες του Εργαστηρίου και να ευχηθώ κάθε επιτυχία στο μέλλον.

Additional information