ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ «Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ»

AddThis Social Bookmark Button

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ «Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ» (17/03/08)

       Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι σήμερα σ' αυτήν την εκδήλωση, ανάμεσα σε παλιούς φίλους και συναγωνιστές. Aλλά και σε νεώτερους που θα έχουν την ευκαιρία, χάρη σε αυτό το βιβλίο, να προσεγγίσουν την προσωπικότητα ενός μεγάλου πολιτικού ηγέτη που έβαλε τη σφραγίδα του στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, του Ανδρέα Παπανδρέου, ενός ηγέτη ο οποίος αγαπήθηκε και μισήθηκε, επικρίθηκε και λατρεύτηκε όσο λίγοι συχνά και από τους ίδιους ανθρώπους, όπως θα διαπιστώσετε διαβάζοντας το βιβλίο του φίλου και παλιού μου συντρόφου Δαμιανού Βασιλειάδη.
Όλους εμάς, μας συνδέει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, πέρα από αγώνες, ιδέες και αξίες ένα κοινό χαρακτηριστικό. Είναι η σχέση μας με τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Είναι φανερό ότι ο καθένας, στο πλαίσιο μιας πολιτικής δράσης που αναπτύχθηκε σε δύσκολες και κρίσιμες περιόδους, τοποθετήθηκε θετικά ή αρνητικά απέναντι στον Ανδρέα. Και επειδή η επίδραση του Ανδρέα σε αυτές τις περιόδους αλλά και στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα είναι καταλυτική, είναι επίσης φανερό πως συμφωνούμε στην ανάγκη να αναδειχθεί, και να κριθεί ο Ανδρέας ως ένα μοναδικό πολιτικό φαινόμενο.
Από την άποψη αυτή, αν και διαφωνώ με την κριτική που ασκεί ο Δαμιανός Βασιλειάδης –το γιατί θα το εξηγήσω παρακάτω- θεωρώ ωστόσο εξαιρετικά σημαντικό αυτό το βιβλίο γιατί αποτελεί μια πρωτογενή μαρτυρία και κριτική  της σκέψης και της δράσης ενός ανθρώπου  ο οποίος κατόρθωσε να περάσει στη σφαίρα για άλλους του «μύθου» με την έννοια της φαντασιακής ωραιοποίησης και για άλλους, όπως εγώ, του αληθινού ηγέτη, του προτύπου που εξακολουθεί παρά τη φυσική απουσία του να εμπνέει και να καθοδηγεί. Γι' αυτό δεν χρειάζεται ψιμύθια και αγιογραφίες η προσωπικότητά του, ούτε ο ίδιος άλλωστε ένοιωσε τόσο  την ανάγκη και εφρόντισε όπως άλλοι ή και οι επίγονοί τους γι' αυτό, αλλά αφέθηκε στην κρίση της Ιστορίας με εμπιστοσύνη ότι δεν θ' αποδειχθεί ελλειποβαρής  όπως εκείνος.
Το βιβλίο αυτό είναι σημαντικό και για έναν πρόσθετο λόγο. Γιατί ο Δαμιανός Βασιλειάδης μας παραθέτει πλήθος ντοκουμέντων για τη δράση του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ, συμβάλλοντας έτσι στην ανάδειξη μιας ιστορικής περιόδου με τη μελέτη της οποίας, δεν έχουν κατά τη γνώμη μου, ασχοληθεί ακόμα σοβαροί και αντικειμενικοί ερευνητές, δικαιολογημένα ίσως γιατί και οι πηγές, ελληνικές και ξένες είναι λίγες και περιορίζονται, κυρίως λόγω της μικρής χρονικής απόστασης από τα γεγονότα στις μαρτυρίες των πραγματικών ή και φανταστικών πρωταγωνιστών του που πολλές φορές με τις υπερβολές ή και τα πάθη τους, ιδίως για την περίοδο της Δικτατορίας και το ρόλο του ΠΑΚ,  θυμίζουν απομνημονεύματα αγωνιστών του ’'21.
Ο Δαμιανός Βασιλειάδης, όπως και ο Νίκος Νικολαϊδης, ο Λαοκράτης Βάσσης και ο Γιώργος Παπαγιαννόπουλος έδωσαν το δικό τους  αγωνιστικό «παρών» στον αντιδικτατορικό αγώνα, όπως επίσης έδωσαν και δίνουν τη δική τους αγωνιστή και θεωρητική συμβολή στη διαμόρφωση του ρεύματος του ελληνικού δημοκρατικού σοσιαλισμού. Έδωσαν και δίνουν το παρών ως ευαίσθητοι και ανήσυχοι πολίτες και πατριώτες. Είμαι βέβαιος ότι κανείς τους και ειδικά ο Δαμιανός δεν θα ενοχληθεί με μια κριτική προσέγγιση των απόψεων που διαπερνούν αυτό το βιβλίο.
Μιλώ για απόψεις, γιατί όπως συμβαίνει πάντοτε  όταν ένας σύγχρονός της επιχειρεί να προσεγγίσει και να κρίνει μια ιστορική προσωπικότητα των διαστάσεων του Ανδρέα Παπανδρέου, με την οποία έχει συμπορευτεί ή αντιπαρατεθεί αυτό που έχουνε ως αποτέλεσμα δεν είναι παρά μία υποκειμενική αξιολόγηση. Η αξιολόγηση του Δαμιανού Βασιλειάδη για τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι αρνητική. Αυτό φαίνεται ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου με την περιγραφή ενός Ανδρέα που προσαρμόζει τις ιδέες του ακόμα και τις φιλίες του στην μόνιμη –κατά τον συγγραφέα- και αχαλίνωτη επιδίωξή του για την κατάκτηση της εξουσίας.
Με αυτή τη διαπίστωση ως αφετηρία, ο Δαμιανός Βασιλειάδης περιγράφει μια πορεία αντιφάσεων ανάμεσα στη θεωρία που εξαγγέλλει ο Ανδρέας Παπανδρέου και στην πολιτική πρακτική του για να καταλήξει στο τέλος του βιβλίου σε μια απόπειρα πλήρους αποδόμησης τόσο του ίδιου του Ανδρέα όσο και του ΠΑΣΟΚ που αποτελούν, πάντα κατά τον συγγραφέα, μια αν όχι και τη βασική αιτία της σύγχρονης κακοδαιμονίας τόσο της κοινωνίας μας, όσο και του πολιτικού μας συστήματος. Θα μπορούσε, λοιπόν, κάποιος από σαν να μου πει, ύστερα από όσα έχω πει ως τώρα: Τι νόημα έχει η δική σου παρουσία στην παρουσίαση αυτού του Βιβλίου. Θα απαντούσα ότι αν πραγματικά ο Ανδρέας ήταν η προσωποποίηση του διαβόλου, σύμφωνα με τους επικριτές του, όπως ο Δαμιανός δικαιούται κι εκείνος το συνήγορό τους, αν και ο Δαμιανός δεν ανήκει στην κατηγορία όσων αδυνατούντες να κρίνουν το μέγεθος ενός Ανδρέα Παπανδρέου τον δαιμονοποιούν. Ο Δαμιανός απλώς σφάλλει. Και σε κάθε περίπτωση δικαιούται πιο πολύ από άλλους να ομιλεί γιατί και αγάπησε τον Ανδρέα κι όσο κι αν πίστεψε ότι δεν αγαπήθηκε από εκείνον, δεν το μίσησε όπως αναίτια έκαναν και κάνουν άλλοι.
Το ζήτημα της δημοκρατίας αναδεικνύεται από το Δαμιανό σε κεντρικό πρόβλημα της συμπεριφοράς του Ανδρέα Παπανδρέου, μαζί με το ζήτημα της ιδεολογικής ταυτότητας των απόψεών του  σε ότι αφορά την οικονομική και πολιτική οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας.
Καταπιάνεται ιδιαίτερα με το ερώτημα αν ο Ανδρέας υπήρξε αληθινά μαρξιστής, σοσιαλιστής ή εάν η θεωρία ήταν για αυτόν απλώς ένα όχημα για την κατάληψη της εξουσίας.
Δεν θέλω να σταθώ τόσο στα ζητήματα αυτά, ούτε να επισημάνω αναφορές σε περιστατικά που περιγράφονται στο βιβλίο και κατά τη γνώμη μου υπονομεύουν την προσπάθεια του Δαμιανού Βασιλειάδη να αναλύσει το φαινόμενο Ανδρέας Παπανδρέου με επιστημονική μεθοδολογία.
Γι' αυτό θα πω, μπαίνοντας στην ουσία της κριτικής μου πως όποια και αν είναι η υποκειμενική θέση του καθενός από μας απέναντι στον Ανδρέα, το αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός είναι πως χάρη στο όραμα και την έμπνευση αυτής της ανεπανάληπτης προσωπικότητας ο ελληνικός λαός και ιδιαίτερα τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα μπήκαν ύστερα από μισό περίπου αιώνα καταπίεσης και ανελευθερίας ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας.
Αυτό το γεγονός μπορεί σκόπιμα σήμερα κάποιοι να το υποτιμούν, ή να το θεωρούν ως μια φυσιολογική εξέλιξη, ως μια «παραχώρηση» στην οποία εξαναγκάστηκαν η οικονομική ολιγαρχία και ο ξένος παράγοντας μετά το 1974, προκειμένου να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους. Αυτό άλλωστε αφήνει να εννοηθεί και ο ίδιος ο Δαμιανός Βασιλειάδης. Φοβάμαι όμως ότι η αλήθεια είναι λίγο πιο περίπλοκη και αρκετά πιο οδυνηρή.
Όλοι ασφαλώς γνωρίζουμε το βιβλίο του Θανάση Χατζή «Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε». Γνωρίζουμε πλέον επίσης πως η επανάσταση στην οποία αναφέρεται ο ιστορικός ηγέτης του ΚΚΕ δεν είχε ποτέ καμιά προοπτική να είναι νικηφόρα.
Γιατί η ζωή, οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις ποτέ δεν ακολουθούν ευθύγραμμες πορείες, ποτέ δεν καθορίζονται, σε αντίθεση με τα όσα διακήρυξαν οι κλασσικοί της μαρξιστικής σκέψης από «νομοτέλειες». Ισχύει πάντα το δίδαγμα του Θουκυδίδη ότι τις εξελίξεις τις καθορίζουν οι συσχετισμοί της ισχύος, της οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος.
Οι συσχετισμοί αυτοί είχαν προδιαγράψει την πορεία της Ελλάδας αμέσως μετά τη λήξη του εμφυλίου. Χώρα υποταγμένη στα αμερικανονατοϊκά σχέδια για τον έλεγχο των Βαλκανίων και της νοτιοανατολικής Μεσογείου, με πλήρως ελεγχόμενο πολιτικό σύστημα, στο οποίο η εξουσία άρχιζε και τελείωνε μεταξύ του Τατοΐου και του Πενταγώνου και όπου η λαϊκή κυριαρχία ήταν στα χαρτιά αφού η  Βουλή έπαιζε διακοσμητικό ρόλο.
Μια κοινωνία σε κατάσταση οικονομικής εξαθλίωσης εξαιτίας των αλλεπάλληλων πολέμων, μια νεολαία, αυτό δηλαδή το κομμάτι της που είχε καταφέρει να επιζήσει, η οποία αναζητούσε ένα κομμάτι ψωμί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Και όσοι έμειναν εδώ να εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και να εξοντώνονται σωματικά και ηθικά  στην κατασκευή των τερατουπόλεων που αποκαλούμε σήμερα κατ' ευφημισμόν αστικά κέντρα. Την ίδια στιγμή, τον εθνικό πλούτο αλλά και την περιβόητη συμμαχική βοήθεια (σχέδιο Μάρσαλ κλπ) τα ξεκοκάλιαζαν δέκα οικογένειες. Και όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1960 αυτός ο λαός ξεσηκώθηκε όχι για να ανατρέψει το σύστημα αλλά για να διεκδικήσει τα στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά του δικαιώματα και ελευθερίες αυτή η μηχανή της εξάρτησης τον κατασπάραξε, πρώτα με ανακτορικά πραξικοπήματα και αποστασίες και ύστερα με τα όπλα του ελληνικού στρατού που στράφηκαν εναντίον του, με τις ευλογίες φυσικά των υπερατλαντικών «κηδεμόνων μας».
Υπήρξε πράγματι ένας ηρωικός αγώνας ενάντια στην δικτατορία τόσο μέσα, όσο και έξω από την Ελλάδα. Ασφαλώς το ΠΑΚ είναι μια από τις πιο φωτεινές επάλξεις αυτού του αγώνα. Όμως ποτέ στη διάρκεια της επτάχρονης τυραννίας  δεν εκδηλώθηκε ένα μαζικό κίνημα αντίστασης με ξεκάθαρο στόχο την ανατροπή του κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Ποτέ δεν διαμορφώθηκαν επαναστατικές συνθήκες.
Και η εξέγερση της Νομικής και, ιδίως του Πολυτεχνείου είναι η εξαίρεση ενός κανόνα που επιβεβαιώνεται από τον τρόπο με τον οποίο έγινε η μετάβαση από τη δικτατορία στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, ή η περίφημη «μεταπολίτευση».
Αν λοιπόν ήταν σωστός ο βασικός ισχυρισμός του Δαμιανού Βασιλειάδη πως μοναδικό μέλημα του Ανδρέα ήταν η κατάληψη της εξουσίας και με δεδομένη την ευφυία την οποία ο συγγραφέας του αναγνωρίζει, ο λογικός δρόμος θα έπρεπε να τον οδηγήσει στην «αποδοχή της κληρονομιάς» της Ένωσης Κέντρου, και στην ενσωμάτωσή του σε ένα πολιτικό σκηνικό στο οποίο η απουσία ακριβώς του Ανδρέα Παπανδρέου ως ηγέτη του Κέντρου και της Δημοκρατικής Αριστεράς άφηνε ελεύθερο το πεδίο να πρωταγωνιστήσει ο Καραμανλής με το ιστορικό 54%.
Αλλά και αυτή η μετέπειτα πορεία του ΠΑΣΟΚ κάθε άλλο παρά ως πορεία «σύγκλισης» με το κατεστημένο και τον ξένο παράγοντα μπορεί να χαρακτηριστεί.
Με εντυπωσίασε ιδιαίτερα η, ας μου συγχωρεθεί ο όρος, επιδερμική και ισοπεδωτική προσέγγιση του συγγραφέα στο ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου. Προσέγγιση η οποία ταυτίζεται με την ανάλυση που έκανε τότε το ΚΚΕ προβάλλοντας το θέμα των Βάσεων ως παράδειγμα ανακολουθίας του Ανδρέα Παπανδρέου.
Αγνοώντας όμως την ίδια στιγμή πως σε μια περίοδο που ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο απόγειο του, με ανοιχτή την πληγή του Κυπριακού, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν δίστασε να καταστήσει την Ελλάδα έναν περιφερειακό πόλο συσπείρωσης φιλειρηνικών, εθνικοαπελευθερωτικών και αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων, αιτημάτων και αγώνων. Ότι ιδιαίτερα στην οκταετία 1981-1989, η Ελλάδα του Ανδρέα υπήρξε μια διαρκής ρωγμή στην ενότητα της Δύσης απέναντι στο ανατολικό μπλόκ, μια φωνή υπεράσπισης των λαών του τρίτου κόσμου, και κυρίως μια αξιοπρεπής χώρα που δεν δίστασε να οδηγήσει στα πρόθυρα της διάλυσης την ατλαντική συμμαχία, απειλώντας σε περίπτωση παραβίασης της εθνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο με πόλεμο ένα άλλο μέλος της την Τουρκία και αναφέρομαι εδώ στο Μάρτιο του 1987.
Ασφαλώς ο Ανδρέας και το ΠΑΣΟΚ δεν έκαναν το λάθος μιας ανιστόρητης βίαιης κοινωνικής επανάστασης. Έφεραν όμως μια πρωτόγνωρη κοινωνική αλλαγή στο κράτος, στην οικονομία, στην κοινωνία. Αυτή η αλλαγή και οι συνέπειές της είναι ορατές. Και οι θετικές και οι αρνητικές, γιατί ασφαλώς υπάρχουν και πολλές αρνητικές τις οποίες ορθώς επισημαίνει ο Δαμιανός Βασιλειάδης.
Είναι αλήθεια για παράδειγμα ότι η γενναία αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος της περιόδου 1981-1985 δεν συνοδεύτηκε από ριζικές παρεμβάσεις και αλλαγές στην παραγωγική βάση και στο μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας.
Αλλά είναι λάθος να υποτιμάμε ή να αγνοούμε ότι η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ιδιαίτερα στην μετά τον Ανδρέα περίοδο Σημίτη συνέπεσε με την έναρξη μιας περιόδου αναπόφευκτης προσαρμογής, θεσμικής και πραγματικής της ελληνικής οικονομίας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, να αγνοούμε δηλαδή ότι η ιστορική συγκυρία οδηγούσε από έναν κεντρικό σχεδιασμό σε έναν υπερεθνικό.
Σχεδιασμό  ο οποίος δυστυχώς είχε σαφή χαρακτηριστικά. Υπηρετούσε και εξακολουθεί, Να υπηρετεί την οικονομία της αχαλίνωτης νεοφιλελεύθερης αγοράς. Ακόμα και σε αυτό το πεδίο ο Ανδρέας προσπάθησε να κερδίσει όσο το δυνατόν περισσότερα για την Ελλάδα και για τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου ευρισκόμενος σε διαρκή σύγκρουση με τις κυρίαρχες δυνάμεις που καθορίζουν διαχρονικά την πορεία της Ευρώπης. Και πέτυχε αρκετά.
Θα μπορούσα να μιλώ πραγματικά για πολλές ώρες, αναφερόμενος σε ζητήματα που η κριτική του συγγραφέα είτε επειδή τα υποτιμά, είτε επειδή υποκύπτει στη λογική της «νομοτέλειας» δεν καταπιάνεται μαζί τους. Για την αλλαγή που συντελέστηκε από τις κυβερνήσεις του Ανδρέα τόσο στο θεσμικό επίπεδο της λειτουργίας του κράτους (στη δικαιοσύνη κλπ) όσο και στην οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, την υγεία, την κοινωνική ασφάλιση, την παιδεία, την ισότητα των δύο φύλων.
Όλα αυτά αποδεικνύουν κατά τη γνώμη μου πως η προσφορά του Ανδρέα Παπανδρέου στην πατρίδα και το λαό μας είναι μεγάλη, αντάξια της εμπιστοσύνης και της αγάπης με την οποία τον περιέβαλε αυτός ο λαός και ιδιαίτερα η νέα γενιά.
Θέλω ωστόσο να σταθώ ιδιαίτερα στο ζήτημα της δημοκρατίας γιατί το θεωρώ το πιο σημαντικό. Γιατί κανένα επίτευγμα, καμιά αλλαγή, όσο θετική και αν ήταν δεν θα μπορούσε να με φέρει και να με κρατήσει κοντά στον Ανδρέα εάν πίστευα ότι αυτά λειτουργούσαν εις βάρος της δημοκρατικής φυσιογνωμίας του ΠΑΣΟΚ και της παράταξης.
Αφήνοντας κατά μέρος τις διάφορες εκδοχές που προτείνει ο φίλος Δαμιανός, βασιζόμενος κυρίως στην ψυχολογία, προκειμένου να εξηγήσει την συμπόρευση τόσων πολλών για τόσο πολύ καιρό με τον Ανδρέα, θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν δέχομαι τη θεωρία του ενός που χάρη σε κάποια υπαρκτά ή φαντασιακά προτερήματα κατορθώνει να υποτάσσει διαρκώς τις συνειδήσεις των πολλών. Δεν δέχομαι πως υπάρχουν πολίτες και ιδιαίτερα πολίτες με προοδευτική συνείδηση, οι οποίοι φοβούνται, δειλιάζουν και σιωπούν. Αν υπάρχουν, δεν είναι προοδευτικοί πολίτες.
Τέλος και αυτό είναι πιστεύω χαρακτηριστικό, σε αντίθεση με ότι υποστηρίζει ο συγγραφέας, ο Ανδρέας, όπως προανέφερα, εμπιστεύθηκε την υστεροφημία του, σε αντίθεση με άλλους σπουδαίους ή δήθεν σπουδαίους πολιτικούς, στην αδέκαστη κρίση της Ιστορίας.
Γι’ αυτό δεν απάντησε ποτέ σε προσωπικό επίπεδο σε όσους και υπήρξαν πάρα πολλοί σε όλη τη διάρκεια της ζωής που του επιτέθηκαν με λύσσα και εξέφρασαν το προσωπικό τους μίσος με μυθεύματα και συκοφαντίες.
Ο Ανδρέας εμπιστεύθηκε έναν ακόμη κριτή: Το λαό. Η προοδευτική σκέψη αναγνωρίζει στην κρίση του λαού τη διαχρονική υπεροχή. Αυτή η κρίση διαμορφώνεται δυναμικά από τη μνήμη των σύγχρονων και τις πληροφορίες που θα αντλήσουν από αυτούς οι μεταγενέστεροι αλλά και από τη βασανιστική έρευνα συγκεκριμένων στοιχείων και γεγονότων. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό το βιβλίο του Δαμιανού Βασιλειάδη συμβάλλει στη διαμόρφωση αυτής της κρίσης, όχι ίσως όπως θα την  ήθελε ο ίδιος, αλλά που η αναμφισβήτητη εντιμότητα του δεν του επιτρέπει.
Ο Μύθος του Ανδρέα θα εξακολουθεί να είναι ισχυρός όχι γιατί κάποιοι, όπως εγώ που τον έζησαν τονίζουν τα θετικά στοιχεία που βαρύνουν στην προσωπικότητά του και εξαφανίζουν τα όποια αρνητικά, πλην ανθρώπινα, αλλά γιατί  το πέρασμά του από την εθνική μας και πολιτική μας ζωή, άφησε ίχνη δημιουργικά και ανεξίτηλα ιστορικά.
Τα αιτήματα για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση, δημοκρατία και αξιοπρέπεια θα είναι πάντα επίκαιρα. Γιατί ποτέ δεν θα είναι δεδομένα από μόνα τους αυτά τα αγαθά. Σ' αυτά τα αιτήματα ο Ανδρέας έδωσε υπόσταση, τα έκανε εφικτά στην συνείδηση και την ψυχή των ανθρώπων. Τα έφερε κοντά και μέσα στην καθημερινή ζωή. Και για να παραφράσουμε τον ποιητή «αυτός έφυγε - εμείς να δούμε τώρα».


Additional information