Ομιλία στην εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Πατρών 27-6-2014

AddThis Social Bookmark Button

Η συμπλήρωση μισού αιώνα λειτουργίας του Πανεπιστημίου Πατρών, είναι ένα κορυφαίο εθνικό και πνευματικό γεγονός.

Γνωρίζοντας ότι  η  Παιδεία είναι το θεμέλιο της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας, του πολιτισμού και της προόδου ενός λαού, βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να τιμήσουμε τον αδιάκοπο πνευματικό Αγώνα χιλιάδων ανδρών και γυναικών, καθηγητών, φοιτητών, διοικητικών στελεχών και των άλλων εργαζομένων που καθιέρωσαν το Πανεπιστήμιο Πατρών ως ένα από τα κορυφαία Πνευματικά και Εκπαιδευτικά μας Ιδρύματα.

 

Είχα ως Υπουργός Παιδείας τη δυνατότητα να διαπιστώσω την υψηλή ποιότητα και να συνεργαστώ με σπουδαίες προσωπικότητες που κόσμησαν το λειτούργημα του πανεπιστημιακού δασκάλου επί πολλά χρόνια, παρόντες και σήμερα εδώ, αλλά και πολλούς απόντες, δυστυχώς, για πάντα που άφησαν όμως μια σπουδαία παρακαταθήκη επιστημονικού και ανθρώπινου ήθους.

Η σημερινή επετειακή εκδήλωση, πρέπει να αποτελέσει για όλους μας μια καλή αφορμή για αναστοχασμό γύρω από το ρόλο και το μέλλον της Εθνικής μας Παιδείας σε μία περίοδο συνολικής δοκιμασίας των πνευματικών, ηθικών και υλικών δυνάμεων της χώρας.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Εκπαίδευση και ειδικότερα η Τριτοβάθμια, τα Πανεπιστήμια και τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, δίνουν καθημερινό αγώνα επιβίωσης, με την Πολιτεία να εμφανίζεται ορισμένες φορές όχι ως αρωγός, αλλά ως εμπόδιο σε αυτή την προσπάθεια.

Αλλά η Παιδεία είναι η μεγάλη ελπίδα για την ανασυγκρότηση, πάνω σε πιο στέρεες βάσεις και της κοινωνίας και της Εθνικής μας Οικονομίας.

Κι αυτό δεν αποτελεί για εμένα μια απλή διατύπωση στο πλαίσιο μιας επετειακής εκδήλωσης, αλλά μια βαθειά πεποίθηση που με διακατέχει από τα εφηβικά μου χρόνια, όταν με ενέπνευσε ο πολιτικός λόγος του μεγάλου τέκνου της αχαϊκής γης, του Γεωργίου Παπανδρέου.

Του Πολιτικού, ο οποίος έχει συνδεθεί στη συνείδηση του ελληνικού λαού με την έννοια και την αξία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.

Σήμερα λοιπόν, μαζί με την απολύτως αναγκαία προσπάθεια για τη διαρκή υλική ενίσχυση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, σε όλες τις βαθμίδες του, πρέπει να ανοίξει ένας εθνικός διάλογος για το μέλλον, τον προσανατολισμό και την μεταρρύθμιση αυτού του συστήματος, χωρίς δογματισμούς και ''προαπαιτούμενα ''.

Επιτρέψτε μου τώρα, επικεντρώνοντας τη σύντομη αυτή παρέμβασή μου στην ενότητα: Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, από τη σκοπιά των υπουργών Παιδείας, να παρατηρήσω ότι έχει γίνει διαχρονικά κατάχρηση του όρου σε τέτοιο βαθμό ώστε ορθότερο θα ήταν να μιλήσουμε για Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις και αντιμεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα.

Ανατρέχοντας, τουλάχιστον, σ’ όλη τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα μέχρι και σήμερα, διαπιστώνουμε ότι όχι μόνο μικρού βεληνεκούς μέτρα χαρακτηρίστηκαν σαν εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αλλά και εκ βάθρων ανατροπές ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων διεκδίκησαν αυτόν τον τίτλο, ακόμη κι αν επρόκειτο για στροφή 180 μοιρών της ίδιας κυβέρνησης, όταν ο ανασχηματισμός της επέφερε και αλλαγή στο τιμόνι του Υπουργείου Παιδείας.

Είναι χαρακτηριστικές οι περίοδοι 1910-1920 ή 1928-1932 των κυβερνήσεων Ελ. Βενιζέλου που πραγματικές μεταρρυθμίσεις ανασκολοπίστηκαν από τις συντηρητικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν, είτε το 1921 είτε στην 4ετία 1932-1936.

Μεταρρύθμιση ισχυρίζονταν ότι πραγματοποιούν. Το ίδιο και η Δικτατορία των συνταγματαρχών, μεταρρύθμιση ισχυρίστηκε, όταν ανέκοψε την πραγματική μεταρρύθμιση του 1964/1965.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι βασικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό Μεταρρύθμιση ή αντιμεταρρύθμιση είναι ο δημοκρατικός ή όχι χαρακτήρας της συγκεκριμένης εκπαιδευτικής πολιτικής γιατί, όπως έλεγε ο Γεώργιος Παπανδρέου, ήδη, το 1957 στη Βουλή, « η Δημοκρατία τότε θα είναι πραγματική, όταν η Παιδεία στην Ελλάδα είναι κτήμα του λαού και όχι προνόμιο του πλούτου».

Αναφερόμενος, τώρα, στην Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση της περιόδου 1982-1986, στην πρώτη 4ετία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, όταν ο Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου μου εμπιστεύθηκε την πολιτική ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας πιστεύω ότι μπορούμε να συζητούμε για Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση μόνο όταν το Εκπαιδευτικό Σύστημα αντιμετωπίζεται ως ένα συνεκτικά διαρθρωμένο οικοδόμημα.

Επομένως, απαιτείται να προηγηθεί συνολικός σχεδιασμός από την προσχολική αγωγή και τα θεμέλια του Οικοδομήματος μέχρι την Τρίτη Βαθμίδα, τα Πανεπιστήμια, και τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ). Έτσι, στη διετία 1979-1980 συγκροτήσαμε, στο πλαίσιο του σχεδιασμού του κυβερνητικού μας προγράμματος, την Επιτροπή Προγράμματος για την Παιδεία που διακτινίστηκε σε 9 υποομάδες, οι οποίες συνεργάστηκαν για το σχεδιασμό ενός ολοκληρωμένου προγράμματος, το οποίο δημοσιοποιήθηκε, συζητήθηκε ευρύτατα, κοστολογήθηκε κι ενσωματώθηκε στο πρόγραμμα κυβερνητικής πολιτικής, το οποίο παρουσιάστηκε εγκαίρως προ των εκλογών του 1981, στον Ελληνικό λαό.

Όμως ο σχεδιασμός και η εφαρμογή μιας μεταρρύθμισης πρέπει να αποβλέπει και στη συνέχιση και όχι, όπως συμβαίνει δυστυχώς, στην εκ βάθρων ανατροπή όλων όσα έχουν προηγηθεί.

Έτσι, η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και Γεωργίου Ράλλη, που περιορίστηκε βέβαια στη Μέση, λεγόμενη τότε, Εκπαίδευση με το διαχωρισμό Γενικής και Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, συνεχίστηκε βελτιούμενη, καθώς ένας νέος θεσμός, το Πολυκλαδικό Λύκειο, συνέδεσε τις δύο αυτές κατευθύνσεις, ώστε να αντιμετωπιστεί η γνωστή δυσανεξία της Ελληνικής οικογένειας έναντι της ΤΕΕ, που ήθελε και θέλει τα παιδιά της να συνεχίσουν το μονόδρομο Γενική Εκπαίδευση – Πανεπιστήμιο ακόμα κι αν οδηγεί, συνήθως, στην ανεργία.

Και ως συνέχεια της σύνδεσης αυτής και αναβάθμισης της Τεχνολογικής Εκπαίδευσης καταργήθηκαν τα υποβαθμισμένα ΚΑΤΕΕ και ιδρύθηκαν τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ), ως μια από τις δύο κατευθύνσεις της Τριτοβάθμιας (ή Ανώτατης) Εκπαίδευσης. Τα Ιδρύματα αυτά δεν έτυχαν, δυστυχώς, του επιβαλλόμενου ενδιαφέροντος τόσο από την ίδια όσο και από την επόμενη κυβέρνηση, υπό την τυφλή και εκβιαστική πίεση του ΤΕΕ, παρά το γεγονός ότι, ήδη, από την ίδρυσή τους, περιορίζονταν μέχρι και 50% οι σχολές και τα τμήματα τεχνολόγων μηχανικών.

Παρόλα αυτά είναι πολύ αξιόλογη όχι μόνο η προσπάθεια αλλά και τα αποτελέσματα του έργου τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των σπουδαστών τους.

Ο θεσμός των ΤΕΙ, ως συνέχεια του Τεχνολογικού Λυκείου και συνδεδεμένος με τις παραγωγικές δυνάμεις της αντίστοιχης περιφέρειας μέσω των Περιφερειακών Συμβουλίων, που πρέπει να επανενεργοποιηθούν, είναι σε θέση, λόγω της ευελιξίας του να προσαρμόζεται σε προγράμματα και σε ειδικότητες που καλύπτουν καινοτομίες και νέες παραγωγικές δραστηριότητες. Το ασφυκτικό πρόβλημα, λόγω της παραδοσιακής ζήτησης Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης μόνο, μέσω της ενδυνάμωσης των ΤΕΙ ως αξιόπιστης επαγγελματικής και κοινωνικής προοπτικής για τους μαθητές της δευτεροβάθμιας ή και της μεταλυκειακής άτυπης εκπαίδευσης, μπορεί να επιλυθεί, έτσι ώστε να οδηγηθούμε σε εξορθολογισμό της σχέσης του μαθητικού δυναμικού, μεταξύ Τεχνολογικής και Πανεπιστημιακής κατεύθυνσης, που βρίσκεται σήμερα στο 20% προς 80% αντιστοίχως.

Μια ακόμη σκέψη, εν είδει προτάγματος θα έλεγα, είναι ότι καμιά αλλαγή δεν μπορεί να επέλθει με πολωτικές στάσεις που διαμορφώνονται από την αδυναμία επικοινωνίας με τους άμεσα ενδιαφερόμενους, είτε πρόκειται για σχολικές είτε για ακαδημαϊκές κοινότητες. Ο υπουργός Παιδείας πρέπει να έχει γερό στομάχι, να ξεδιπλώνει την πολιτική του με επιμονή μεν αλλά και μετριοπαθή διάθεση, να μη διχάζει και να έχει ιώβεια υπομονή για να μην καταλήγει, έστω και ανυπαιτίως, σε συγκρούσεις που, συχνά, επιδιώκονται από παράγοντες που στοχεύουν ακριβώς σ’ αυτές και στα αδιέξοδα που οδηγούν. Τέλος, ο υπουργός Παιδείας πρέπει να ξέρει ότι αν πρόκειται να δικαιωθεί αυτό δεν θα συμβεί την επομένη, ούτε καν στη διάρκεια της θητείας του, αλλά στο απώτερο μέλλον. Γι’ αυτό, οφείλει να κινείται σαν να βρίσκεται σε ένα χώρο με πλήθος εύθραυστων και πανάκριβων αντικειμένων. Δεν πρέπει να προκαλεί τέτοιας έκτασης αντίδραση της άλλης πλευράς, γιατί μπορεί να γίνουν όλα αυτά «γυαλιά-καρφιά». Όσο λιγότερο ασχολούνται μαζί του τα πρωτοσέλιδα και τα τηλεοπτικά δελτία τόσο ασφαλέστερο θα είναι το μέλλον των αλλαγών που επιδιώκει.

Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση της περιόδου 1982-1986, όπως είχε σχεδιαστεί, ολοκλήρωσε το χάρτη της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης με την ίδρυση των τριών Πανεπιστημίων, Ιονίου, Θεσσαλίας και Αιγαίου και ενός ΤΕΙ σε κάθε περιφέρεια. Δυστυχώς, η αναγκαία, για πολλούς λόγους, ενότητα καθενός Ιδρύματος διασπάστηκε κατά τρόπο ανεύθυνο και καταστροφικό με τη διασπορά διαφόρων τμημάτων ανά τις πόλεις και τις κωμοπόλεις και τα νησιά της χώρας, για λόγους μικροκομματικούς και τοπικιστικούς. Το υπουργείο Παιδείας ταυτόχρονα ακολούθησε διαχρονικά μετά το 1986 μια πατερναλιστική, αν όχι και αλαζονική, τακτική απαξιώνοντας τη σχέση της ηγεσίας του με τα Ιδρύματα. Προστέθηκαν Πανεπιστήμια, όπως Δυτικής Μακεδονίας, η άλλοτε Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, Πανεπιστήμιο Δυτικής Στερεάς και εν τέλει Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ενώ το Ελεύθερο Ανοικτό Πανεπιστήμιο παραμένει ακόμη υπό κηδεμονία. Δεν επιθυμώ να υποβαθμίσω το ρόλο και την προσπάθεια των Ιδρυμάτων αυτών και της Ακαδημαϊκής τους κοινότητας. Απλώς, νομίζω ότι «ουκ εν τω πολλώ το ευ».

Το θέμα μας δεν μπορεί να εξαντληθεί στα χρονικά όρια μιας, εκ των πραγμάτων, σύντομης παρέμβασης. Κλείνω εδώ, αφού ευχαριστήσω την Οργανωτική Επιτροπή για την πρόσκλησή της και όλους όσοι είχατε την ευγένεια και την υπομονή να με ακούσετε.

Εύχομαι σε όλη την πανεπιστημιακή σας κοινότητα, διδακτικό προσωπικό, φοιτήτριες και φοιτητές και στο διοικητικό προσωπικό, να συνεχίσουν να στέκονται αντάξιοι της μεγάλης αυτής παράδοσης και να κατακτήσουν ακόμα υψηλότερες κορυφές στη Γνώση, την Επιστήμη και τον Πολιτισμό.

Additional information