ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΔΑΠΑΝΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2012

AddThis Social Bookmark Button

ΟΜΙΛΙΑ  ΣΤΟΝ  ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΔΑΠΑΝΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2012   (18/11/11)

Κύριε Πρόεδρε, ήταν λεπτομερέστατη και πληρέστατη η ομιλία του Προέδρου της Βουλής. Προφανώς, παρακολουθώντας όλη τη λειτουργία του Κοινοβουλίου και την άσκηση της διοίκησης και διαχείρισης από τον παρόντα Πρόεδρο, γνωρίζουμε και μπορούμε, αναφερόμενοι και στο παρελθόν, να υποστηρίξουμε ότι -εν μέσω όλων αυτών των πολυετών αμφισβητήσεων, άλλοτε βασίμως και άλλοτε αβασίμως, σε ό,τι αφορά τη διοίκηση και διαχείριση από την εκτελεστική εξουσία- ουδέποτε έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση η διαφάνεια και η καθαρότητα, η πλήρης και απολύτως έντιμη διαχείριση που συντελείται στη Βουλή.
Εγώ δεν θυμάμαι ποτέ στο παρελθόν αλλά και μέχρι σήμερα να έχει υπάρξει έστω κι ο ελάχιστος υπαινιγμός αυτού του είδους κι αυτό νομίζω ότι είναι κάτι που αφορά και τιμά ολόκληρο το Σώμα, γιατί ολόκληρο το Σώμα είναι σε θέση και γνωρίζει πώς γίνεται η διαχείριση στη Βουλή. Αυτό νομίζω ότι είναι ένα στοιχείο που πρέπει να το γνωρίζει ο ελληνικός λαός.
Όμως, αγαπητέ κύριε Πρόεδρε, ενώ συμφωνώ με όλα όσα είπατε, θα ήθελα να παρατηρήσω το εξής, όσον αφορά ένα μεγάλο μέρος της ομιλίας σας. Εγώ δεν έχω πάει ποτέ σε γήπεδο ποδοσφαίρου, αλλά ακούω ότι παίζει μεγάλο ρόλο το σε ποιο γήπεδο δίνει τον αγώνα η κάθε ποδοσφαιρική ομάδα, αν τον δίνει δηλαδή στο δικό της γήπεδο ή στο γήπεδο του αντιπάλου.
Έχω διαβάσει ένα εξαιρετικό βιβλίο του Ζήση Θέου, γνωστού σε όλους τους παλαιότερους εδώ, ο οποίος σε μια από τις βασικές του ιδέες απαντά στο ερώτημα γιατί στον ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του καπιταλιστικού κόσμου από τη μια και από την άλλη της Σοβιετικής Ένωσης και του κόσμου του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως ονομάζεται, επήλθε η ήττα του δευτέρου υπέρ του πρώτου. Η ιδέα είναι η εξής. Και εγώ, επειδή έχω επισκεφθεί όλες αυτές τις χώρες, πράγματι νομίζω ότι είναι επιτυχής αυτή η ιδέα.
Ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» έδινε τη μάχη του στο γήπεδο του αντιπάλου. Θυμάμαι, όσες φορές επισκεπτόμουν είτε τη Σοβιετική Ένωση είτε άλλες χώρες μου έλεγαν για την παραγωγή τους, πόσα ψυγεία κάνουν, τι παραγωγές αγαθών έχουν, τι προόδους έχουν στην τεχνολογία κ.λπ.. Στο τέλος παρεσύρθησαν πάλι στο γήπεδο του αντιπάλου δίνοντας τη μάχη, να πάνε πιο μπροστά από τους άλλους, στο διάστημα. Για εκείνους ήταν σπατάλη πόρων. Για την άλλη πλευρά, του αντιπάλου, ήταν μεγέθυνση και υπερκέρδη των διαφόρων πολυεθνικών εταιρειών. Προφανώς είναι και άλλοι οι λόγοι.
Όμως θέλω με αυτό το παράδειγμα να καταδείξω ότι είναι λάθος το να μιλάμε –κι εγώ πρώτος κάνω αυτό το λάθος- απολογούμενοι και μάλιστα, ενώπιον «δικαστών» όταν είναι προφανές ότι αποφασίζουν, όχι αυτοί, αλλά οι όπισθεν αυτών ευρισκόμενοι, τα αφεντικά τους. Κακώς και ο λαός και πολλοί εδώ σ’ αυτήν την Αίθουσα κατηγορούμε τους δημοσιογράφους των ΜΜΕ. Οι δημοσιογράφοι ως εργαζόμενοι, έχουν πίσω απ’ αυτούς αφεντικά που εάν από την «έδρα» εκφράσουν μία άποψη αρνητική για τους «υποβολείς» τους αυτούς και θετική για τους «δικαζόμενους» και βαλλόμενους αδίκως πολιτικούς, απλούστατα θα έχουν κι αυτοί ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα συνείδησης. Έχουν οικογένειες, πρέπει να επιβιώσουν σε αυτό το σύστημα που υπάρχει, κυρίως στα ηλεκτρονικά μέσα, εδώ και είκοσι χρόνια. Κι από τότε αρχίζουν οι ευθύνες, όχι ολόκληρου του πολιτικού κόσμου, της «πολιτικής τάξης», όπως ελέχθη από επίσημα μάλιστα ανώτατα πολιτειακά χείλη. Εγώ, επειδή είμαι Επτανήσιος από τη Λευκάδα, ξέρω ότι Libro d’ Oro υπήρχε στα Επτάνησα για τους ευγενείς επί Ενετοκρατίας.
Το Σύνταγμα μας όμως, δεν αναγνωρίζει τίτλους ευγενείας, άρα δεν υπάρχει «πολιτική τάξη», υπάρχουν εκπρόσωποι του λαού στο εθνικό μας Κοινοβούλιο με ορισμένη κάθε φορά θητεία, όχι ισόβιοι σαν ευγενείς.
Πολύς κόσμος δεν γνωρίζει ότι αυτή η παρούσα περίοδος της Βουλής, με βάση αυτούς που εξελέγησαν το 2007 και το 2009, έχει διακόσια και πλέον μέλη, που αν μη τι άλλο, δεν πρέπει να κατηγορούνται για όσα υποτιθέμενα λάθη και εγκλήματα μάλιστα έχουν γίνει από το 1974 και εδώ. Γιατί το κλίμα που διαμορφώνεται, είναι ότι ό,τι κακό έγινε σε αυτή τη χώρα στις τέσσερις αυτές δεκαετίες, έκτοτε έγινε από τον κοινοβουλευτισμό και τους θεσμούς του, ενώ προφανώς, πριν από το 1974, ιδιαίτερα την επταετία που προηγήθηκε, ήταν όλα πολύ καλά, άριστα!
Και προσέξτε. Έχουμε τις γενιές κάτω των πενήντα ετών, που δεν έζησαν πριν από το 1974 και ό,τι καλό ή κακό γίνεται σε αυτή τη χώρα, το συνδέουμε με αυτή την περίοδο των τεσσάρων δεκαετιών της Μεταπολίτευσης.
Νομίζω ότι χωρίς το Κοινοβούλιο δεν νοείται η σύγχρονη, αντιπροσωπευτική δημοκρατία κατά τον Μαξ Βέμπερ, η δημοκρατία των κομμάτων και των ομάδων. Και σε ό,τι αφορά το Κοινοβούλιο, δεν νοείται δημοκρατία χωρίς τις Κοινοβουλευτικές Ομάδες. Δεν νοείται, λοιπόν, η δημοκρατία χωρίς το Κοινοβούλιο, αυτής της μορφής η δημοκρατία, αλλά δεν νοείται και το Κοινοβούλιο χωρίς τις Κοινοβουλευτικές Ομάδες.
Κατά συνέπεια, το μείζον πρόβλημά μας σήμερα είναι ότι η δημοκρατία μας έχει ανάγκη από δημοκρατικά κόμματα, όχι της ενός ανδρός αρχής!
Εν πάση περιπτώσει, είναι κρίσιμο αυτό που πολλές φορές σας έχω πει από το Βήμα της Βουλής.
Σε αυτή τη μεταβατική περίοδο -διότι είναι προφανές ότι είμαστε σε μια πορεία μετάβασης- αυτό που παρέλειψαν, δεν μπόρεσαν, δεν σκέφτηκαν, ήσαν πολύ σίγουροι για τον εαυτό τους, δεν ξέρω- για ποιο λόγο να δημιουργήσουν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου, αυτό οι περιστάσεις ιδιαίτερα σήμερα το απαιτούν, δηλαδή κόμματα που θα έχουν δημοκρατική άρθρωση και λειτουργία και δεν θα επιτρέπει αυτή η δημοκρατική λειτουργία τους να καλύπτεται το κενό ανάμεσα στις δημοκρατικές τους ηγεσίες –όταν εκπίπτουν σε ενός ανδρός αρχή- και την κομματική τους βάση οι οποιεσδήποτε τρίτες δυνάμεις.
Δεν αρκεί να τα καταγγέλλουμε. Τα οικονομικά και εκδοτικά και οποιαδήποτε άλλα συμφέροντα από την ίδια τη φύση τους προφανώς, θα επωφεληθούν ενός φυσικού νόμου. Θα καλύπτουν το κενό που προκύπτει, όταν αυτοί που οφείλουν να το καλύπτουν, δεν το καλύπτουν.
Στο Κοινοβούλιο, λειτουργούν κόμματα δημοκρατικά, που έχουν Κοινοβουλευτικές Ομάδες, που δεν πειθαρχούν στην «ενός ανδρός αρχή», σε κάποιον που π.χ. γίνεται μυστική ψηφοφορία και λέει στους βουλευτές: θα αποχωρήσετε όλοι διότι δεν σας εμπιστεύομαι τι θα κάνετε στη μυστική ψηφοφορία. Άλλο παράδειγμα: όποιος έχει άλλη άποψη, στο τάδε άρθρο, την τάδε παράγραφο, του τάδε νομοσχεδίου διαγράφεται.
Για να κατακτηθούν, όμως, αυτά χρειάζεται αγώνας και προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από τις καταγγελίες είτε του λαϊκισμού είτε της παραπληροφόρησης των ΜΜΕ είτε οποιουδήποτε άλλου μέσου χρησιμοποιείται.
Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για εμάς. Και όταν λέω «για εμάς», εννοώ γι’ αυτούς που όταν γίνονται εκλογές -το αργότερο κάθε τέσσερα χρόνια- γεμίζουν αυτή την Αίθουσα και που δεν μπορεί να είναι αλληλέγγυοι και υπεύθυνοι όλοι μαζί συλλήβδην και αθρόως και για όσα γίνονται στη διάρκεια της θητείας τους, πολύ δε περισσότερο για ό,τι έχει γίνει στο παρελθόν.
Μεγάλη αξία γι' αυτό, κύριε Πρόεδρε, θα έχει η αξιοποίηση του τηλεοπτικού -και θα έπρεπε και του ραδιοφωνικού- σταθμού της Βουλής. Δυστυχώς, ήταν ένα από τα λάθη του παρόντος Προέδρου ότι τη συχνότητα του ραδιοφώνου την άφησε να επιστρέψει στην ΕΡΤ.
Ο ελληνικός λαός έχει ανάγκη, πρώτον, να ενημερωθεί ότι μπορεί από το πρωί μέχρι το βράδυ, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, να παρακολουθεί τη στάση, τις απόψεις, τις τοποθετήσεις και κομμάτων και προσώπων -εκλεκτών του ή όχι-για να διαμορφώνει πεποίθηση όχι μόνο για το γενικότερο συμφέρον της χώρας -που εδώ πρέπει να αποφασίζεται, όχι στα οποιαδήποτε παρασκήνια- αλλά και για το συμφέρον το δικό του και των παιδιών του και των εγγονιών του. Βέβαια, αυτό προϋποθέτει ότι εδώ πράγματι θα λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις και ότι εδώ επίσης θα κινείται η πολιτική ζωή του τόπου.
Θέλω να σας θυμίσω ότι η λεγόμενη ενημέρωση του Τύπου από ειδικό εκπρόσωπο της κυβέρνησης δεν υπήρχε προ της δικτατορίας. Καθιερώθηκε στη δικτατορία και συνεχίστηκε -κακώς, κάκιστα- μετά το 1974. Εδώ οι κυβερνήσεις, οι Πρωθυπουργοί, οι Υπουργοί προκαλούμενοι, ερωτώμενοι ή και καταγγελλόμενοι από τους εκπροσώπους του λαού ανακοίνωναν τα πάντα και ηλέγχοντο για τα πάντα.
Ελπίζω, αρχίζοντας από τη μεταβατική Κυβέρνηση τώρα του κ. Παπαδήμου, πράγματι να σταματήσει αυτό το φαινόμενο ενός αλαλούμ σε μια αίθουσα, στην οποία κάποιος εκπρόσωπος της κυβέρνησης -Υπουργός ή όχι, δεν έχει σημασία- προκαλούμενος ή εμμέσως υποβάλλοντας εκείνος το ποιες ερωτήσεις θα του τεθούν, δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ενημέρωσης.
Άρα, λοιπόν, οι ευθύνες είναι δικές μας. Το λέγω εγώ που ξέρετε ότι στους επιχειρηματίες των περισσότερων μέσων κάνω κριτική, αλλά πρέπει να καταλάβουμε και ποιο έδαφος αφήνουμε εμείς. Και όταν λέω «εμείς», εννοώ ο θεσμός που υπηρετούμε.
Διότι, κύριε Πρόεδρε, δεν είναι το πολιτικό μας σύστημα -κάτι που έχει γίνει καραμέλα και εδώ μέσα- που φταίει. Φταίει η κοινοβουλευτική δημοκρατία; Αυτό είναι το πολίτευμά μας: Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
Φταίει η διάκριση των εξουσιών, το ότι υπάρχει Κοινοβούλιο, δικαιοσύνη, ότι υπάρχει λαϊκή κυριαρχία; Αυτό είναι το πολιτικό μας σύστημα. Δεν φταίει αυτό, λοιπόν. Φταίμε όσοι λειτουργοί σε όποια έκφανση, εξουσία, λειτουργία, θεσμό του πολιτικού συστήματος δεν είμαστε εντάξει με τον όρκο που δίνουμε, με την αποστολή μας, με τη συνείδησή μας.
Θέλω επ' αυτού -και ζητώ συγγνώμη, γιατί παίρνω περισσότερο χρόνο- να πω ότι ως Κοινοβούλιο έχουμε και άλλη ευθύνη, αγαπητέ Πρόεδρε. Δεν θα έτεινε κανένας πολίτης ευήκοον ους προς όλα όσα λέγονται είτε για τις αποδοχές είτε για τις ευκολίες των Βουλευτών στην άσκηση του καθήκοντός τους, αν γνώριζε ποιο ακριβώς είναι αυτό το καθήκον. Εάν δηλαδή τα νομοθετήματά μας, όπως λέει ο Κανονισμός μας και όπως με έχετε ακούσει πολλές φορές να επιμένω, συζητούνταν λεπτομερώς στις επιτροπές, όπως επίσης -όπως είχα εισηγηθεί και αποφασίσαμε να γίνεται για την Ολομέλεια- οι συμμετέχοντες σε αυτές Βουλευτές υπέγραφαν για την παρουσία τους, εάν από τα πρακτικά τους προέκυπτε ότι δεν συζητούμε και εκεί και εδώ γενικώς, αλλά άρθρο προς άρθρο, παράγραφο προς παράγραφο, τα διορθώνουμε και συντακτικώς και εννοιολογικώς και ερχόμενοι στην Ολομέλεια κάνουμε μόνο πολιτική συζήτηση επί των νομοσχεδίων. Δεν είναι δυνατόν την τελευταία στιγμή να διορθώσεις, να κόψεις, να γράψεις, να προσθέσεις, να αφαιρέσεις. Αυτά γίνονται στις επιτροπές.
Κύριε Πρόεδρε, με ακούτε στη Διάσκεψη των Προέδρων να επιμένω πολύ σε αυτό. Είναι κρίσιμο. Ας αρχίσουμε επιτέλους. Όσοι είναι μέλη επιτροπών, οφείλουν να είναι παρόντες από την αρχή μέχρι το τέλος των επιτροπών. Εάν φύγουν, όπως και από την Ολομέλεια, σημαίνει ότι έχουν μια άλλη επιτροπή, έχουν κάποια άλλη απασχόληση είτε εντός είτε εκτός του Κοινοβουλίου.
Αυτό το φαινόμενο Βουλευτών ή Υπουργών οι οποίοι τον περισσότερο χρόνο της ημέρας τον ξοδεύουν στα ραδιόφωνα και στα κανάλια, πιστεύω ότι είναι απαράδεκτο. Και είναι ένα ζήτημα το οποίο έχει συμβάλλει πάρα πολύ στην απαξίωση του Κοινοβουλίου. Όπως έχω πει πολλές φορές, γνωρίζετε ότι διαχρονικά, ιδιαίτερα τα τελευταία είκοσι χρόνια, αυτό το ατομικής ισχύος όπλο της τηλεόρασης έχει επιβληθεί επί της δημοκρατίας.
Μιλάμε για τριάντα περίπου Βουλευτές, οι οποίοι -οι πλείστοι θα πω, όχι όλοι- απλώς ετοιμάζουν κάποια ατάκα, κάποια εικόνα δήθεν αντιπαράθεσης, αλλά αυτό οπωσδήποτε δεν είναι πολιτική συζήτηση. Είναι υπόθεση εικόνας. Σε κανέναν πολίτη δεν μένει τίποτε, απλώς μία εικόνα και τίποτε άλλο. Αυτό, λοιπόν, εκθέτει το Κοινοβούλιο.
Εγώ μπορώ να αναφέρω για την Επιτροπή Δεοντολογίας συγκεκριμένες περιπτώσεις Βουλευτών που δεν μιλούν στο Κοινοβούλιο, οι οποίοι όμως είναι λαλίστατοι σε διάφορα φθηνής μάλιστα ποιότητας -μπορώ να πω- μέσα ενημέρωσης. Αυτό είναι ένα μείζον πρόβλημα. Ο πολίτης στο τελευταίο χωριό της Καστοριάς, κύριε Πρόεδρε ή στην τελευταία γειτονιά της Β' Περιφέρειας της Αθήνας δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει τον κάθε ένα εδώ. Βλέπει αυτούς τους τριάντα και βγάζει συμπέρασμα εξ αυτών για άλλους διακόσιους εβδομήντα, τους οποίους δεν γνωρίζει ούτε κατ' όνομα.
Άρα, λοιπόν, τα ζητήματα είναι αυτής της τάξεως, δηλαδή τι ποιότητας είναι το νομοθετικό μας έργο, ποιας ποιότητας είναι ο Κοινοβουλευτικός μας έλεγχος, εάν εδώ οι Υπουργοί και όχι οι Υφυπουργοί -εάν δεν συντρέχει ένας σοβαρός λόγος- προσέρχονται να ενημερώνουν, να απολογούνται, εάν τα νομοθετήματά μας δεν είναι της ποιότητας, παράδειγμα σας λέω, του νομοθετήματος της περασμένης Τετάρτης.
Είναι κρίμα, διότι θα χρειαστεί διόρθωση ημαρτημένων. Απόντων όλων σχεδόν, εν τάχει έκλεισε η συνεδρίαση με εφτά-οκτώ τροπολογίες, που κανείς δεν διάβασε και αποτελούν ήδη με τη δημοσίευση του νόμου υποχρεωτικές ρυθμίσεις για το σύνολο των πολιτών που τους αφορούν.
Δεν μπορούμε να νομοθετούμε, λοιπόν, έτσι. Πρέπει να σεβαστούμε τον Κανονισμό, που λέει ότι, όταν γίνεται η συζήτηση εδώ μετά την επιτροπή, μόνο φραστικές και νομοτεχνικής φύσεως διορθώσεις μπορούν να γίνονται. Δεν μπορεί να έρχονται κατεβατά τριών σελίδων…
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Διακοσίων σελίδων.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ: διακοσίων σελίδων. Δεν γίνεται. Αυτό πηγαίνει σε πολίτες, σε δικαστές, σε δικηγόρους, σε άλλους επιστήμονες, οι οποίοι είναι φυσικό να λένε και να εκπέμπουν και αυτοί και να προστίθεται η έγκυρη φωνή τους στην οποιαδήποτε άλλη φωνή εναντίον του Κοινοβουλίου.
Πιστεύω, αγαπητέ κύριε Πρόεδρε, ότι και επί της προεδρίας σας -που και μόνο το γεγονός ότι δέχεστε αυτού του επιπέδου και αυτής της ποιότητας τις προσωπικές επιθέσεις, για όσους σας γνωρίζουμε καλά, αλλά και για το θεσμό που υπηρετείτε- πρέπει επιτέλους να σταλεί το μήνυμα που οφείλουν οι πλείστοι να το ακούσουν. Διότι στο λαό δίνεται η εντύπωση ότι εδώ είμαστε μία ομάδα, όλοι όμως ξέρουμε πάρα πολύ καλά τις διαφορές μας. Μπορεί να λέω «καλημέρα» στον κ. Κεφαλογιάννη, αλλά ιδεολογικά και πολιτικά είναι απέναντι εκείνος από μένα. Οφείλουμε, όμως και οι δύο να υπηρετήσουμε αυτούς τους θεσμούς και όχι να αλληλοπυροβολούμαστε.
Αυτά όλα, λοιπόν, πρέπει, κύριε Πρόεδρε, να τα κάνουμε συνείδηση του λαού. Εγώ θα σας παρακαλέσω ως προς το εξής. Όπως γνωρίζετε, είχα ένα πρόγραμμα ενημέρωσης του λαού για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο της Βουλής. Εγώ έφυγα, βέβαια, αλλά εκρίθη στη συνέχεια ότι δεν έπρεπε αυτό να υλοποιηθεί. Εντάξει, αλλά εγώ πιστεύω ότι η μεγάλη πλειονότητα του λαού δεν γνωρίζει ότι έχει τη δυνατότητα άμεσης ενημέρωσης για ό,τι συντελείται εδώ μέσα.
Θα γνώριζε ο λαός σήμερα, αυτή την ώρα που είμαστε δύο, τέσσερις, έξι, οκτώ, εννέα, δέκα Βουλευτές και δύο εσείς εκεί και θα μπορούσε να καταλάβει, αν παρακολουθούσε επί πολύ, ότι και πολλοί που απουσιάζουν δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν, διότι απαξιώνουν να συμμετέχουν σε αυτή τη συζήτηση. Αν μπορούσε να παρακολουθεί ο λαός, θα γνώριζε ότι στη διαδικασία των ερωτήσεων, πλην του Υπουργού που ερωτάται και του Βουλευτή που ερωτά, δεν υπάρχει λόγος να είναι άλλοι Βουλευτές. Είναι σε άλλες διαδικασίες.
Αυτά ο κόσμος δεν τα ξέρει. Του δίδεται μία εικόνα, όπως αυτή τη στιγμή που μπορεί να του δείχνουν δέκα ή να πουν «να, δέκα συζητούν τον Κανονισμό». Δεν ξέρουν πόσοι άρχισαν συμμετέχοντας στη συζήτηση.
Ξέρω ότι πολλές φορές σας κουράζω με πράγματα τα οποία είναι και αυτονόητα, όμως πρέπει κάποια στιγμή να τα κάνουμε πράξη.
Κύριε Πρόεδρε, εγώ σας παρακαλώ και απευθύνω έκκληση σε σας και σε όλους. Δεν μπορούμε πλέον να νομοθετούμε χωρίς να γνωρίζουμε απ’ αρχής μέχρι τέλους τι λέει το νομοσχέδιο. Δεν μπορεί να έρχονται εδώ οι Υπουργοί που να κοψομεσιάζονται για να ρωτούν πίσω συμβούλους και παρασυμβούλους.
Ο τόπος χρειάζεται Υπουργούς που θα έχουν «φάει» δέκα φορές -έτσι έλεγα εγώ χαρακτηριστικά- ένα νομοσχέδιο για να το φέρουν, θα έχουν περάσει πριν καμμιά δεκαριά προσχέδια, ώστε να μη χρειάζονται συμβουλές ειδικών, που συνήθως την τελευταία στιγμή επωφελούνται «κάτω από τη μύτη» και του Κοινοβουλίου και του Υπουργού τους, να περάσουν ό,τι θέλουν.
Όσον αφορά τον έλεγχο, κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να πω ότι ουσιαστικά δεν γίνεται έλεγχος. Αν ανατρέξει κανείς, θα δει ότι έχουν περάσει μέρες Κοινοβουλευτικού Ελέγχου που δεν συζητιούνται επερωτήσεις. Αυτό αφορά την Αντιπολίτευση κυρίως, αλλά και όλους μας, διότι κατά το Σύνταγμα, τον έλεγχο στην Κυβέρνηση τον έχει ως καθήκον και δικαίωμα κάθε Βουλευτής.
Ας μη συνεχίσω, για να μη σας κουράσω περισσότερο, αλλά κλείνω με το εξής: Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει πρόβλημα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι άδικες κατηγορίες που δεχόμαστε. Έχουμε πρόβλημα στη λειτουργία μας και ως θεσμός και ατομικά τινές εξ ημών, δεν λέω όλοι. Όταν σε μία φρουτιέρα έχεις ένα σάπιο μήλο, η βεβαιότητα όποιου παρακολουθεί την εικόνα αυτής της φρουτιέρας είναι ότι αργά ή γρήγορα θα σαπίσουν και τα υπόλοιπα μήλα.
Υπάρχει, η Επιτροπή Δεοντολογίας. Όταν την εισηγήθηκα εγώ, όπως λέει ο Κανονισμός, δεν εννοούσα ότι είναι μόνο για να εισηγείται για τις άρσεις ασυλίας, που σωστά είπατε ότι καλύπτει πλήρως αυτή την ανάγκη, αλλά να είναι και επιτροπή δεοντολογίας. Ο Κανονισμός μας προβλέπει, όπως ξέρετε, το θεσμό των Κοσμητόρων, τον οποίο έχουμε ξεχάσει! Κάτι πρέπει να γίνει ώστε ο καθένας που τον στέλνει εδώ ο λαός να καταλάβει πού έχει σταλεί και να μην «κάνει λάθος στη διεύθυνση», όπως έλεγε ο Γεώργιος Παπανδρέου! Εδώ, σ' αυτό το Βήμα, τον έστειλε ο λαός! Δεν τον έστειλε να γυρίζει στα ΜΜΕ, από εδώ και από εκεί! Και αυτό οφείλουμε οι υπόλοιποι να του το επισημαίνουμε, διότι μας αφορά, αν πραγματικά αισθανόμαστε ότι είμαστε υπεύθυνοι για τη λειτουργία του θεσμού, για να καταλαβαίνει και ο κόσμος ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι!
Εάν αυτά τα καταλάβουμε και τα συνειδητοποιήσουμε, ο λαός τότε θα καταλαβαίνει ότι δεν φταίνε «οι Βουλευτές», αλλά «κάποιοι εκ των Βουλευτών». Εκάστοτε μπορεί να είναι κάποιοι που άσκησαν καθήκοντα διαχείρισης δημοσίου χρήματος ή που ενδεχομένως ήταν στελέχη των κομμάτων, όπως λειτουργούν τα κόμματα -το τονίζω- με την ενός ανδρός αρχή και τους περί την αρχήν αυτήν περιφερομένους. Στο ενδεχόμενο ποιοι θα γίνουν Υπουργοί παραγωγικών Υπουργείων -εμένα αυτό με έχει διδάξει η πείρα μου- τους Βουλευτές πια, πλην αυτών που διετέλεσαν ή θα διατελέσουν διαχειριστές δημοσίων υποθέσεων, κανένας εκ των καταγγελλομένων μη εντίμων επιχειρηματιών -διότι δεν είναι όλοι οι επιχειρηματίες του «λαδώματος» και της μίζας- δεν τους λαμβάνει υπ' όψιν του. Και ευτυχώς. Και σωστό είναι αυτό, διότι δεν είναι σε θέση ένας απλός Βουλευτής να κλείσει δουλειές, εκτός αν ασκεί εκβιαστικά το λειτούργημά του.
Και εδώ πρέπει να προσέχουμε πώς και γιατί διατυπώνονται ερωτήσεις, επερωτήσεις που κατατίθενται, καθώς και αιχμές από του Βήματος. Και να θυμίσω ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό και το Σύνταγμα έχουμε μεν ελευθερία γνώμης και ψήφου, αλλά διωκόμαστε για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Και αυτό ίσως δεν το ξέρουν καλά οι πολίτες, διότι οι πολίτες ακούνε ότι έχουμε ασυλία. Ναι, έχουμε ασυλία, αλλά όχι να ανεβαίνουμε στο Βήμα ή να περιφερόμαστε εδώ και εκεί και να δυσφημούμε και να συκοφαντούμε!
Σε μας, λοιπόν, εναπόκειται να ανακτήσει το κύρος του το Κοινοβούλιο, το οποίο αδίκως ως θεσμός βάλλεται και με αυτές τις χαρακτηριστικές ύβρεις. Σε μας ανήκει η μεγάλη ευθύνη να καταλάβει ο λαός πώς είμαστε, να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι, ακόμα και εντός των ιδίων κομμάτων! Δεν σημαίνει ότι επειδή ανήκουν κάποιοι σε ένα κόμμα δεν σημαίνει ότι είναι αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι για οτιδήποτε κάνουν οποιοιδήποτε άλλοι πλην αυτών. Ευχαριστώ πολύ κύριε Πρόεδρε.

Additional information